Πείτε μας τη γνώμη σας:

Τι τραγούδια σας αρέσει να ακούτε/χορεύετε περισσότερο;
 

Κείμενα


Δημοτικό Τραγούδι Εκτύπωση E-mail
25-Αυγ-2010

Ο λαός καλά γνωρίζει της ψυχής τα πάθη.

Ο επιστήμονας με την έρευνα, σημειώνει τα στοιχεία, καταγράφει τα στατιστικά και καταλήγει σε συμπεράσματα.

Ο λαός καλά γνωρίζει τι τον απασχολεί και τι τον καίει.

Ο τεχνοκράτης ορίζει πίνακες και καταλήγει, σε ψυχρούς αριθμούς, που αραδιάζει στα κατάστιχα.

Ο λαός καλά γνωρίζει την επιστήμη, την κάθε επιστήμη, αλλά δεν ξέρει τ’ όνομά της. Και μια από τις επιστήμες, που ο λαός μας έχει κατατροπώσει, σε βαθμό μεγάλο, είναι η ψυχολογία.

Ο λαός καλά γνωρίζει, τα των δημοσίων σχέσεων.

Σε εποχές, που τα μέσα επικοινωνίας ήσαν ανύπαρκτα, ελάχιστα ή αδύναμα, αυτός ο λαός ήταν, που κατάφερε επάξια, να μεταδίδει τα μηνύματά του. Και, ενώ ο επιστήμονας, με μετρήσεις και αναλύσεις, έφερνε στοιχεία του παρελθόντος στο φως, ο λαός ήταν εκείνος που σαν, από κάποια εφημερίδα, διαλαλούσε την κοινωνικότητά του, μέσα από τις αόρατες επιφυλλίδες που, τάχα, είχε δημιουργήσει.

Η χαρά, η λύπη, η ευτυχία, η δυστυχία, ο γάμος, η γέννηση, η ασθένεια, ο θάνατος, αιτίες, για τις οποίες σήμερα, σελίδες ειδικές στα έντυπα, ασχολούνται, για να μας ενημερώσουν. Χρόνια ο λαός όμως, εμείς οι ίδιοι δηλαδή, σε άλλες εποχές, που έλλειπαν τα μέσα αλλά πρόβαλλε τεράστιο το πρόβλημα της επικοινωνίας, και αυτής της ανάγκης του ανθρώπου να συνυπάρχει, να συμμετέχει, να ανακοινώνει, να εξωτερικεύει, ανακάλυψε το τραγούδι.

Από τη στιγμή της γέννησής τους, όλα τα όντα προσπαθούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Το κάθε ον ανάλογα με τα φωνητικά, κινητικά, νοητικά του χαρακτηριστικά. Ο άνθρωπος πιο σύνθετο στην ομιλία του και σαν πιο αναπτυγμένο ον, πολύ γρήγορα, από τους πρώτους άναρθρους πρωτόγονους λαρυγγισμούς, τις κάποιες αργότερα φυλετικές ιαχές –για να ξεχωρίζει η οικογένεια ή η φυλή-, τις ύστερες πολεμικές κραυγές, έφτασε επιτέλους και στην επικοινωνία της αγοράς. Αφού, μετά το κλείσιμο σε τρώγλες, σε σπηλιές, ήρθε πιο κοντά με τα ίδια αυτά τα άτομα, που όλη την υπόλοιπη ημέρα, ξεκινούσαν μαζί για τον αγώνα της επιβίωσης, έχοντας κατά νου να προστατευθούν και να προστατέψουν, τον ίδιο τους τον εαυτό αλλά και τον "άλλο" που βρισκότανε κοντά. Δίπλα τους. Χαϊδεύτηκαν, ακούμπησαν ο "ένας" τον "άλλον", ξεθάρρεψαν, και οι κραυγές μαλάκωσαν και γίνανε φωνές. Και μας διδάσκει η ιστορία, πως ο πρώτος έναρθρος λόγος, ήταν έμμετρος. Προσπαθώντας μάλλον να μιμηθεί τη φύση, τους ήχους της και τα ζώα της, τα πουλιά και το κάθε τι που συνυπήρχε, έφτασε γρήγορα – γρήγορα, ο πρωτόγονος ημιτελής άνθρωπος να μιλάει, να συνέρχεται, να συνευρίσκεται, να συνεταιρίζεται, να συγκατοικεί, να συναποφασίζει, να πολιτεύεται, και όλα αυτά τα έφτασε, με την αρχή ακόμα, του έμμετρου, έναρθρου λόγου του. Έφτασε να τραγουδάει. Γέννα και νανούρισμα, γάμος και τραγούδι, θάνατος και μοιρολόι. Πόλεμος και παιάνας, νίκη και επινίκιο, ήττα και χορικό.

Χρησμοί, μύθοι, παροιμίες, επιγράμματα, όλα, έχουν την καταγωγή τους στην προαιώνια ανάγκη του ανθρώπου, να μαρτυρά το συναίσθημά του και να το ανακοινώνει στους άλλους.

Έτσι κάπως, γεννήθηκε το δημοτικό τραγούδι. Και γεννήθηκε εδώ. Στην Ελλάδα. Κάτω από το βάρος μιας πολύ όμορφης και εύπλαστης γλώσσας, που "είναι πιο πλούσια από την Γερμανική, πιο ευλύγιστη από την Ιταλική, και πιο αρμονική από την Ισπανική, έχοντας την σαφήνεια της Γαλλικής, και που από τώρα μπορεί να θεωρηθεί η ωραιότερη γλώσσα της Ευρώπης." Όπως ακριβώς τα είχε γράψει ο FAURIEL ο γάλλος φιλόλογος, λίγο μετά από την επανάσταση του 1821. και να λάβουμε υπ’ όψη μας, πως αναφέρεται, στον γλωσσικό πλούτο της Νέας Ελληνικής, αυτής της γλώσσας δηλαδή, των Δημοτικών μας Τραγουδιών.

Τι είναι δημοτικό τραγούδι;

Ο ελληνικός λαός, χρησιμοποίησε τη γλώσσα του, τη σπουδαία του αυτή γλώσσα, όχι μόνο για τις καθημερινές του ανάγκες και συναλλαγές, αλλά και για να εξωτερικεύει, τις πιο εσώψυχες παρορμήσεις του και αυτά τα πάθη του ακόμη. Έτσι, στην ιστορία μας και στα τελευταία χίλια περίπου χρόνια, συναντάμε την περίφημη Βυζαντινή περίοδο, όπου εκτός όλων των άλλων, αναπτύσσονται και δύο, κυρίως, είδη ποίησης: η εκκλησιαστική και η δημοτική.

Με την πάροδο των ετών και κατά την Μεταβυζαντινή, κυρίως, εποχή, η δημοτική ποίηση αναπτύσσεται και απλώνεται. Παίρνοντας, ή, απλά μεταλαμπαδεύοντας, στοιχεία, από την αρχαία ελληνική ποίηση, απέδειξε, ο ίδιος ο λαός, πως ποτέ μα ποτέ, δεν πρόκειται να σκύψει το συναίσθημά του, ό,τι κι αν συμβαίνει γύρω του. Γέννησε έτσι ο λαός την τέχνη του, την νέα τέχνη του, που χωρίς μέσα τεχνικά, δίχως αυτού του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, μέσα σε μια απέραντη σκλαβιά, όχι τόσο γεωγραφική, όσο ψυχική και πνευματική, γέννησε το Δημοτικό Τραγούδι. Που το ονόμασε ο ίδιος έτσι. Δημοτικό. Από την ανάγκη του να είναι Δήμος. Με πολιτικά δικαιώματα. Ύστερα μπορεί να είναι και λαός. Αλλά την αρχαία κατάκτησή του, να είναι Δήμος, δεν ανέχτηκε να του την αφαιρούν, να του την στερούν, να μην του την αναγνωρίζουν. Και τραγούδησε.

Από στόμα σε στόμα, διαδόθηκαν, σε όλους τους Έλληνες, τα τραγούδια που γεννήθηκαν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Στην πρώτη περίοδο, αναπτύσσονται τα Ιστορικά και οι Διηγήσεις ή Παραλογές.

Όπως στην αρχαία Αίγυπτο τα ιερογλυφικά ποτέ δεν τα ’μαθε ο λαός, έτσι και στην πατρίδα μας ο λαός μας, δεν τα πήγε καλά με την λόγϊα και την εκκλησιαστική γλώσσα. Χρησιμοποίησε για τα τραγούδια του, τη γλώσσα που καθημερινά ασκούσε, τη γλώσσα που ήξερε να χρησιμοποιεί για να καλύπτει τις ασήμαντες αλλά και σημαντικές βιοτικές του ανάγκες. Συμβαίνει δε εδώ και το εξής αξιοπερίεργο: να επηρεαστούν από αυτή την τακτική του λαού και οι δημιουργοί του έντεχνου γραπτού λόγου.

Το Δημοτικό Τραγούδι μέσα απ’ τους αιώνες, άφησε τη σφραγίδα του, σε τέτοιο βαθμό, που ακόμα και σήμερα, παρ’ όλο τον "άλλο" τρόπο ζωής που διάγουμε, να μην μπορούμε να απαλλαχθούμε από τη δυναμική του. Παρ’ όλη την επιγραμματική περιγραφή και αναφορά, σε αυτό το χώρο που είναι περιορισμένος, θα μπορούσαμε επί ώρες και σε δεκάδες σελίδες να αναλύουμε αυτό που λέγεται Δημοτικό Τραγούδι. Κόβοντας απότομα την επικοινωνία μας με την περιγραφή, παραθέτω πιο κάτω ασχολίαστη μια στιγμή του λαού, μέσα από ένα τραγούδι που γράφηκε ή μάλλον τραγουδήθηκε, σίγουρα, πολύ πριν από το 1870, οπότε και το εκδίδει στο Παρίσι ο EMIL LEGRAND. Είναι το περίφημο "ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ": παρουσιάζεται σε φωτοτυπία, παρμένη από μικροφίλμ της προσωπικής μου συλλογής, από την Παριζιάνικη έκδοση του 1870 "COLLECTION DE MONUMENTS – No 8 – EMIL LEGRAND".

Στο ακόλουθο τραγούδι, με κάθε ομορφιά για την περιγραφή, μέσα σε (174) εκατόν εβδομήντα τέσσερις στίχους, εξιστορεί και παρουσιάζει με δημοσιογραφική ταχύτητα και απόλυτη περιεκτικότητα, την όλη κατάσταση της Ελλάδας, της Γραικίας,  από τη Ρούμελη μέχρι την Αθήνα, τον Μωριά  και όλα τα νησιά του Ιονίου και του Αρχιπελάγους, στην Κρήτη και την Αγια - Σοφιά. Με λίγα λόγια και μεστά, απαντά στην ερώτηση του ξένου, γιατί είναι πονεμένη, με όλη εκείνη τη θέρμη, που ο ποιητής …..από καρδιάς αναλύεται στην ποίησή του.

(αναδημοσίευση από το www.myspace.com/versongs)

 

Φαίδων Αλκίνοος
συγγραφέας - Ποιητής - Στιχουργός

 

faidonalkinoos

http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=News&file=article&sid=2397 

 
ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΟΙΗΣΗ - ΑΚΡΙΤΙΚΑ - ΔΙΓΕΝΗΣ ΑΚΡΙΤΑΣ Εκτύπωση E-mail
22-Ιουλ-2010

Ανέκαθεν, η σχέση τής ιστορίας με την λαϊκή παράδοση, ήταν τόσο σφιχτή, που σε πολλές περιπτώσεις έφτανε η παράδοση ν’ αφομοιώνει τόσο καλά τα γεγονότα, ώστε κάποτε να μην αναγνωρίζεται, θρύλος και γεγονός γίνονται ένα, συμπορεύονται, χάνοντας η ιστορία την δυναμική της, ενώ η παράδοση παρά την αίγλη τής όποιας της μαγείας, να αμφισβητείται.

Ελλάδα. Τι είναι αλήθεια και τι ψέμα;

Η Κάθοδος του 1100 π.Χ. (η οποία πρόσφατα ετέθη σε επαναπροσδιορισμό); Το Ίλιον (το οποίον και αυτό ακόμα δεν έχει επιβεβαιωθεί); Ο Ζευς; Οι Πελασγοί; Ο Μέγας Αλέξανδρος; Ο Ηράκλειτος; Η Ακρόπολη; Η Μέδουσα; Ο Θησέας; Ο Μίνωας; Ο Ήφαιστος;

Ο Βύζας; Οι Πέρσες; Ο Χριστιανισμός; Το Ισλάμ; Οι Ακρίτες; Οι Αυτοκράτορες; Τα Λιοντάρια; Οι Δράκοι; Ο Διγενής;

Σε ολόκληρη την διάρκεια τής Ιστορίας τής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αναπτύσσεται μια γραμματολογία καταπληκτική. ( Η περίοδος αυτή είναι Ελλάδα, και ως τέτοια πρέπει να την αντιμετωπίσουμε). Σηματοδοτείται δε η έναρξη της δεύτερης αυτής περιόδου, - (όπως και σε κάθε νέα περίοδο όλων των λαών) - με ένα έπος, με αυτό του "Βασιλείου Διγενή Ακρίτα". Ένα έπος χαρίζει στην ιστορία, την ιστορία των ηθών και φυσικά, καταγράφει σε στίχους την νέα εθνική οντότητα, την νέα εθνική συνείδηση.

Το έργο, κατά την χρονική περίοδο από το 1000 μ. Χ. και κατά το δεύτερο μισό του 11ου αιώνα, διάστημα μέσα στο οποίο και μάλλον καταγράφηκε, δεν σώθηκε. Παραλλαγές του όμως, έξι στον αριθμό, αποδίδουν το θέμα. Η φωτιά βεβαίως, η ρωμαλεότητα, η φρεσκάδα των ακριτικών τραγουδιών που έχουν προηγηθεί δεν απαντώνται μέσα στα κείμενα και στους στίχους των παραλλαγών αυτών. Σίγουρα όμως, η απόδοση, έπεται, του "Άσματος του Αρμούρη", που κατά τον 9ο αιώνα, με 200 ανομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους στίχους, θεωρείται πως είναι ο σκαπανέας, που ετοιμάζει τον δρόμο για την δημιουργία του έπους του "Διγενή Ακρίτα".

Έξι ποιητικές διασκευές, παραλλαγές με 1η: της Τραπεζούντας, με 3181 στίχους, η οποία δωρήθηκε από τον Σάββα Ιωαννίδη, χωρισμένο σε δέκα βιβλία. 2η: διασκευή Πετρίτζη, με 3094 ομοιοκατάληκτους στίχους, έκδοση την οποία πραγματοποιεί ο Λάμπρος μαζί με άλλα μεσαιωνικά τραγούδια, γραμμένο το 1670 από τον ιερομόναχο Ιγνάτιο Πετρίτζη, που αυτοαποκαλείται ποιητής και το αφιέρωνε στον ιερέα Χρύσανθο. Η έκδοση χωριζότανε σε οχτώ βιβλία. 3η: Η παραλλαγή της Μονής Santa Maria di Grotteferrata, με 3700 ανομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους στίχους, 4η: την παραλλαγή της Νήσου Άνδρου, με 4778 στίχους, που δημοσιεύθηκε το 1881 από τον Μηλιαράκη, από ανευρεθέν χειρόγραφο του ΙΣΤ΄ αιώνα. Η παραλλαγή αυτή αποτελείται από δέκα βιβλία και συμπληρώνει τα κενά της πρώτης έκδοσης της Τραπεζούντας. Ως ποιητής εμφανίζεται κάποιος Ευστάθιος. 5η: την παραλλαγή της Μονής Εσκοριάλ, με 1867 δεκαπεντασύλλαβους στίχους, που ο βυζαντινολόγος Κρουμβάχερ το 1904 ανακοίνωσε πως υπάρχει στην βιβλιοθήκη της Μαδρίτης (Εσκοριάλ), δημοσιεύοντας αποσπάσματα. Πλήρης έκδοση του χειρογράφου έγινε το 1912 από τον Ολλανδό ελληνιστή και βυζαντινολόγο Έσσελινγκ. Η γλώσσα πλησιάζει περισσότερο την δημοτική και είναι αυτό που κάνει την έκδοση ιδιαίτερη. 6η την διασκευή σε πεζό λόγο, που βρέθηκε και πάλι στην Άνδρο, έργο, ίσως, του εκ Χίου, Μελετίου Βλαστού, την παραλλαγή δημοσίευσε ο Δ. Πασχάλης το 1928 από χειρόγραφο του ΙΖ΄ αιώνα. 7η: την παραλλαγή της Ελληνικής Μονής Κρυπτοφέρης που αποτελείται από οχτώ βιβλία και δημοσίευσε ο Legrand το 1892 από χειρόγραφο του ΙΔ΄ αιώνα.

Είναι βέβαιο από αναφορές και ανακοινώσεις πως υπήρξαν και άλλες παραλλαγές, που, ή δεν βρέθηκαν ακόμη, ή δεν θα δουν ποτέ το φως της δημοσιότητας, λόγω καταστροφής τους ή από άγνοια αυτών που τα κατέχουν.

Ίαμβοι, τροχαϊκοί, μπλέκουν στα κατορθώματα, σιωπούν τις σελίδες της Ιστορίας, επαίρονται και ο δεκαπεντασύλλαβος γεννιέται προς δόξα και τιμή των θεών και των ανθρώπων. Όποια μελέτη κι αν πάρουμε υπ’ όψιν μας, καταλήγουμε με ασφάλεια στον ίαμβο ή στον τροχαϊκό. Δημώδης στίχος; Εθνικός; Ένα μα την αλήθεια είναι το γεγονός, αυτός ο στίχος παίρνει ζωή μπροστά  μας.

Και το Βυζάντιο γεννιέται.

Μέσα από το Ακριτικό (Δημοτικό) Τραγούδι, - όσα εξ αυτού του είδους σώθηκαν λόγω των συγκυριών που ακολούθησαν και που σαφέστατα οι προτεραιότητες μάλλον δεν το ευνόησαν -, διαπιστώνουμε την μεγαλοσύνη της εποχής και το ακέραιο, πολλές φορές, ένστικτο του λαού. Ενός λαού που θέλησε για μια φορά ακόμα να βάλει την σφραγίδα του στον χρόνο και μάλλον τα κατάφερε. Ενός έθνους που κράτησε στα χέρια του την μέση περίοδό του και μάλιστα για χρονικό διάστημα 1000 και πλέον χρόνων. Φυσικά, το τραγούδι αυτής της μορφής, (Δημοτικό - Ακριτικό), μας γαλούχησε, κατεύθυνε τις ψυχές του λαού, αφού πρώτα αφουγκράστηκε τις λεπτές χορδές της ψυχής του. Είναι λοιπόν αυτό το δημοτικό τραγούδι, που καταγράφει την δημιουργία τής Κωνσταντινούπολης, (325 μ.Χ.)

 

"και πώς να τηνε βγάλομε και πώς να τηνε λέμε;

Πόλη. Κωνσταντινούπολη, του Κωνσταντίνου πόλη."

 

Είναι λοιπόν το δημοτικό τραγούδι που την ψυχή τού λαού υμνεί και τραγουδάει και το σύμβολο, η Αγια-Σοφιά κτίζεται, (532-537 μ.Χ.)

 

"δεν είν’ και τούτο θάμασμα, παράξενο μεγάλο,

που ζέψανε τον Κωνσταντή με το βουβάλι αντάμα

να κουβαλά τα μάρμαρα απ’ το Μαρμαροχώρι

να φτιάξουν την Αγια-Σοφιά, το μέγα μοναστήρι."

 

Βεβαίως, το δημοτικό τραγούδι δεν έχει να κάνει με την σημασία που σήμερα δίνεται στο τραγούδι. Κάθε κομμάτι που σώθηκε είναι το ίδιο πολύτιμο με κάθε ιστό του ανθρώπινου σώματος που γλίτωσε ύστερα από πυρκαγιά. Είναι ο ιστός που με την υγεία του θα συνδέσει την ύστερη λόγια εποχή, την εποχή του θρησκευτικού ύμνου, την ανώτατη εξέλιξη γραμμάτων και τεχνών του Βυζαντίου. Έτσι το δημώδες άσμα, πλέον ανάγεται σε έπος και χαράζει βαθιά την ψυχή του λαού.

 

"Σπίτι δεν τονε σκέπαζε, σπήλιο δεν τονε χώρει,

τα όρη διασκέλιζε, βουνού κορφές επήδα,

χαράκι’ αμαδολόγαγε και ριζιμιά ξεκούνειε.

Στο βίτσιμά ’πιανε πουλιά, στο πέταμα γεράκια,

στο γλάκιο και στο πήδημα τα λάφια και τ’ αγρίμια."

 

Έτσι έγραψε ο λαός τον Ακρίτα τον Διγενή, που ήταν από δύο γένη, ελληνικό της μάνας του, Ευδοκία τ’ όνομά της και Άραβα πατέρα. Ο εθνικός ήρωας τής αυτοκρατορίας ολάκερης. Σαν να λέμε, η μορφή του σούπερμαν που όμως δεν ήταν καρτούν αλλά αλήθεια. Τι να είναι αλήθεια άραγε και τι ψέμα, σε τούτη την άμοιρη ιστορία της Ελλάδας. Οι ακρίτες είναι θεσμός που ο Διοκλητιανός επισημοποίησε κατά το τέλος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (285-305) και διατηρήθηκε από τον Ηράκλειο (610-641), ενώ διατηρείται και εκφυλίζεται έως τα χρόνια του Μιχαήλ Η΄ του Παλαιολόγου (1252-1282). Γνωστή η ιστορία τους και τα κατορθώματά τους. Οι ακρίτες και κυρίως ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας, έσωζαν την κατάσταση, με την ρωμαλεότητά τους, την αντρειοσύνη τους, αλλά το κυριότερο, με την συμβολή του μύθου, που μέσα από το έπος εξαπλωνόταν στα πέρατα της οικουμένης, με το τραγούδι και τους τρομαχτικούς, για κάθε εχθρό και κάθε επιβουλευόμενο την επικράτεια. Για τον ακρίτα τον γιο τ’ Ανδρόνικου λέει ο στίχος

 

"Εγώ είμαι ο ανδρειωμένος τ’ Ανδρόνικου ο γιος,

που τρέμει ο κόσμος όλος και όλα τα χωριά,

και τρέμουν τρεις πασάδες που πολέμαγα.

Δεν ήσαν μήτε πέντε, μήτε δεκαοχτώ,

εφτά χιλιάδες ήσανε κι εγώ αμοναχός,

κι απ’ τις εφτά χιλιάδες ένας γλίτωσε."

 

Ο Όμηρος και ο Ησίοδος υπήρξαν οι πρώτοι της εποποιίας. Εθνικοί παιδαγωγοί του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Το ελληνικό θαύμα αποκτά πατρότητα. Ίδιον των Ελλήνων η επιστέγαση των εποχών. Με τον ίδιο αυτό απαράλλαχτο τρόπο κατά το μέσον της ιστορίας τους, ανακτούν την ανάγκη την κάνουν πραγματικότητα, και ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας, στέκει μπροστά μας περήφανος περίτρανος περιλάλητος. Όπως ο Αχιλλέας ή ο Ηρακλής σαν τον Μεγάλο Αλέξανδρο, κάνει την εμφάνισή του για να συνεπάρει τις σκέψεις την αδράνεια την ομορφιά του Γένους. Η θέληση της νίκης; Η ελληνική ζωή που κάπως μετά τον Αλέξανδρο δεν είναι ιδιαιτέρως εμφανής; Ο Χριστιανισμός που με την φιλοσοφία του στρέφει τον κόσμο να κοιτάζει τον ουρανό, την αύριο ζωή; Ό,τι κι αν ήταν, ο γήινος ανθρώπινος νους του Έλληνα, δημιουργεί ένα έπος. Δημιουργεί έναν ήρωα. Τον ήρωα των μεγάλων ιστορικών αναγκών, και των ειδικών στιγμών του πεπρωμένου του Ελληνισμού των Βυζαντινών χρόνων. Ο Ν. Πολίτης γράφει: "Από των εσχατιών της Καππαδοκίας μέχρι των Ιωνίων νήσων, και από της Μακεδονίας και των χωρών των δυτικών ακτών Ευξείνου και Κρήτης και της Κύπρου, άδονται μέχρι του νυν άσματα αφηγούμενα τους άθλους και τας περιπετείας του Διγενή και τους αγώνας αυτού προς τους Απελάτας και τους Σαρακηνούς, και φέρονται δια στόματος παραδόσεις αναφερόμεναι εις τόπους και αντικείμενα, μεθ’ ων συνδέεται το όνομα αυτού. Εις ταύτα η φαντασία του λαού εγκατέπλεξε μύθους, ων τους πλείστους παρέλαβεν ανακαινίσασα εκ της πλουσίας μυθικής κληρονομίας της αρχαιότητος, και απήρτισε τον ιδεώδη τύπον ήρωος νεαρού ως ο Αχιλλεύς, κραταιού ως ο Ηρακλής και ενδόξου ως ο Αλέξανδρος. Εν κεφαλαίω δ’ ειπείν· εις τον Διγενή Ακρίταν αποκορυφούνται οι πόθοι και τα ιδεώδη του ελληνικού έθνους, διότι εν αυτώ συμβολίζεται η μακραίων και άληκτος πάλη του ελληνικού προς τον μουσουλμανικόν κόσμον."

Παρενθετικά και εκτός κειμένου κάνω την προσπάθεια ευχαριστιών προς τους ανθρώπους που κατά καιρούς αφιέρωσαν χρήματα χρόνο μόχθο, για να διασώσουν, φέρνοντας στο φως της πλατειάς κυκλοφορίας έργα για τα οποία νομίζαμε την ύπαρξή τους, αλλά τα αγνοούσαμε ως έργα. Σάθας - Βικέλας - Πολίτης - Βαλέτας. Wagner - Legrand.. Άνθρωποι ερευνητές του ωραίου, που πολλές φορές κακολογήθηκαν, αλλά που ευτυχώς τις περισσότερες βρίσκονται στα χείλη μας για το έργο που ανάστησαν. Ένα ευχαριστώ είναι και αυτή η εργασία.

Πρώτος λοιπόν ο Πολίτης φέρνει στο φως τα Ακριτικά Τραγούδια. Ίσως τα ομορφότερα δημιουργήματα Δημοτικής Ποίησης σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο Σάθας λίγο νωρίτερα, το 1875 φέρνει με την συνεργασία του Γάλλου ελληνιστή Legrand το μεσαιωνικό έπος του Διγενή Ακρίτα κατά το πρωτότυπο της Τραπεζούντας και αποτελούμενο από 3181 στίχους. Το γεγονός προκαλεί ζωηρό επιστημονικό ενδιαφέρον. Και ακολουθούν η παραλλαγή της Οξφόρδης (Πετρίτζη) και οι άλλες εκδοχές όπως αυτές αναφέρονται στην αρχή του κειμένου αυτού.

Η ιστορία, μέσω των κειμένων που βρέθηκαν, αφηγείται, την ζωή, τα κατορθώματα, τους έρωτες τον γάμο, την ευγένεια, την ανδρεία, την γέννηση και τον θάνατο του Βασιλείου Διγενή Ακρίτα. Μέσα όμως από αυτή την εξιστόρηση και η ζωή των άλλων ακριτών είναι παρόμοια και παρεμφερής.

Λέγεται πως το Βυζάντιο και μάλιστα στην ποίηση δεν άφησε και τίποτα αξιόλογο. Απλά, λένε, ιπποτικά μυθιστορήματα, όπως η Αχιλληίς, ο Βίος ΑλεξάνδρουΤα Κατά Λύβιστρον και Ροδάμνην, ταΠτωχοπροδρομικά και άλλα τόσα πολλά ψήγματα λαϊκής έκφρασης, επώνυμα ή ανώνυμα, που μόνη αξία τους είναι ότι είναι σε ελληνική γλώσσα. Δεν θα διαφωνήσω ούτε θα συμφωνήσω. Πιστεύω όμως πως η περίοδος αυτή, επειδή συνολικά αμφισβητείται, και για τον λόγο ότι αφορά σε χίλια τουλάχιστον χρόνια, δεν μπορεί παρά να υπήρξε. (Ακούσαμε πρόσφατα πως το Βυζάντιο δεν αποτελεί Ευρωπαϊκή Ιστορία). Ας λένε κι ας πιστεύουν ότι θέλουν. Δεν αντιδικώ δεν μ’ ενδιαφέρει άλλωστε κάτι τέτοιο. Εκείνο που τόσο με συγκινεί είναι η ύπαρξη των κειμένων αυτών που στόχο πλέον έχουν να δείξουν την λαϊκή έκφραση, και την συνέχεια (ομοιογενή μάλιστα) της παράδοσης των Ελλήνων όπου κι αν βρεθούν στον ιερό χώρο του πλανήτη μας. Και αν ακόμα για κάποιους το Βυζάντιο δεν υπάρχει, ή μπορεί να πέθανε μαζί με την ιστορική στιγμή του …  λαός που γέννησε ποιητές σαν τον Όμηρο, τον Αισχύλο, τον Πίνδαρο, τον ανώνυμο ποιητή του Διγενή Ακρίτα, δεν είναι στο πεπρωμένο του να γνωρίσει τον θάνατο.

 

"Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η γη τονε τρομάσσει.

Βροντά κι αστράφτει ο ουρανός και σειέτ’ ο απάνω κόσμος

κι ο κάτω κόσμος άνοιξε και τρίζουν τα θεμέλια,

κι η πλάκα τον ανατριχιά, πως θα τονε σκεπάση

πως θα σκεπάση τον αητό, τση γης τον αντρειωμένο.

Βογγάει, τρέμουν τα βουνά βογγάει τρέμουν οι κάμποι"

 

Κλείνοντας αναφέρω ορισμένους ακόμα ακρίτες:

Αρμούρης, Ανδρόνικος, Αλέξανδρος ο βασιλιάς, Γαβράς Κωνσταντίνος, Γιάννης ή Γιαννάκης, Γιάννης Καλογιάννης, Γιάννες, Αριστάκης, Αλέξης, Αλεξινός, Ιωαννίκιος, Κίναμος, Κουστοχέρης, Αλιάντρης, Μαρουλιός, Μαυριανός, Μηνάς, Μουσούρης, Μελεμεντζής, Σιρβιτάνης, Θεοφύλακτος, Βάρδας, Φωκάς ο Νικηφόρος, Πετροτράχηλος, Πορφύρης, Κωνσταντής, - Κωνσταντάς, Σκληρόπουλο ή Συριόπουλο, Αρέστης, Αζγουρής, Τσαμαδός και πάρα πολλοί άλλοι.

 

Βιβλιογραφία

1. Κίμωνος Εμμανουήλ Πλακογιαννάκη - Δημόσιος και ιδιωτικος βίος και πολιτισμός των Βυζαντινών - Εκδοτικός οίκος ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ.

2. Σοφοκλής Γ. Δημητρακόπουλος - Ιστορία και δημοτικό τραγούδι - ΠΑΡΟΥΣΙΑ.

3. Γ. Κορδατου - Μεγάλη ιστορία της Ελλάδας - Τόμοι VII, VII, - Εκδόσεις 20ος ΑΙΩΝΑΣ.

4. ΝΕΩΤΕΡΟΝ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ "ΗΛΙΟΥ" Τόμοι 2, 6

5. Γ. Κορδάτου - Ακμή και παρακμή του Βυζαντίου - Εκδόσεις ΜΠΟΥΚΟΥΜΑΝΗ.

6. Ν. Πολίτου - Περί του εθνικού έπους των νεωτέρων Ελλήνων.

7. Ν. Πολίτου - Εκλογαί από τα Τραγούδια του Ελληνικού Λαού.

8. Επίσης από διάφορα βιβλία της σειράς "ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΟΙΗΣΗ" των Εκδόσεων ΧΩΡΟΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΣΙΚΥΩΝΙΟΣ.

9. Κωνσταντίνου Γ. Μάρκου - Ακριτικά δημοτικά τραγούδια - Α΄ τόμος - ΠΑΡΟΥΣΙΑ

 

 

Φαίδων Αλκίνοος

Συγγραφέας - ποιητής - στιχουργός

(αναδημοσίευση από το περιοδικό Ίαμβος

για τους αναγνώστες της στήλης)

faidonalkinoos

 Αναδημοσίευση από: http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=News&file=article&sid=2360 

 
Δημοτικό Τραγούδι: η ερμηνεία και οι ρίζες του Εκτύπωση E-mail
22-Ιουλ-2010

Το βασικό ερώτημα που γεννάται σ' ένα μελετητή της Δημοτικής Μουσικής είναι ακριβώς η ετυμολογία και η ερμηνεία του όρου.

Στο "Διεθνές Συνέδριο για τη Μουσική του Λαού" που έγινε το 1955 στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας δόθηκε ο εξής ορισμός: "Δημοτική μουσική είναι το προϊόν μιας μουσικής παράδοσης που εξελίχθηκε μέσα από προφορικές διαδικασίες".

Οι παράγοντες που συνιστούν αυτή την παράδοση είναι:

α) η αδιάκοπη συνέχεια που ενώνει το παρόν με το παρελθόν.

β) Οι παραλλαγές που ξεπηδούν από τη δημιουργική φαντασία του ατόμου ή της ομάδας.

γ) Η επιλογή από την ομάδα, που καθορίζει τον τύπο ή τους τύπους της μουσικής που επιβιώνει.

Ο όρος μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τη μουσική εκείνη που συντέθηκε από κάποιο επώνυμο δημιουργό και στη συνέχεια πέρασε στην άγραφη ζωντανή παράδοση της κοινότητας.

Ο όρος δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για γραπτές λαϊκές συνθέσεις που παραλήφθηκαν από την κοινότητα έτοιμες και παραμένουν αμετάβλητες.

Η μουσική αυτή, ως ακριβής ανάπλαση και αναδημιουργία, δεν θεωρείται δημοτική, παρά το γεγονός ότι η κοινότητα δίνει σ' αυτήν δημοτικό χαρακτήρα.

Γίνεται λοιπόν φανερό ότι σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό, η δημοτική μουσική δηλώνει τη μουσική του δήμου, δηλαδή του λαού. Είναι το είδος της μουσικής που δημιουργεί και συντηρεί ο κάθε λαός για να εξυπηρετήσει τις διάφορες ανάγκες του στην κοινωνική και πνευματική ζωή. Ειδικότερα η δημοτική μουσική καλλιεργείται κυρίως σε αγροτοκτηνοτροφικές περιοχές με περιορισμένη επικοινωνία και παραστάσεις από τον υπόλοιπο κόσμο.

Ένα άλλο στοιχείο που προκύπτει είναι ότι η δημοτική μουσική εξελίσσεται μέσα από προφορικές διαδικασίες. Είναι δηλαδή άγραφη και δημιουργείται, συντηρείται και μεταδίδεται από γενιά σε γενιά με την προφορική παράδοση. Αυτό σημαίνει ότι οι φορείς της, οι λαϊκοί καλλιτέχνες είναι απλοϊκοί άνθρωποι της υπαίθρου χωρίς μουσική κατάρτιση: και βέβαια γίνεται φανερός ο ρόλος αυτών των ανθρώπων όσον αφορά τη διάδοση και συντήρηση της δημοτικής μουσικής.

Ποιος όμως, είναι ο δημιουργός των δημοτικών τραγουδιών;

Από πολλούς εκφράζεται η άποψη ότι "είναι ο λαός". Όμως ο λαός ως σύνολο δεν μπορεί να συνθέσει τραγούδια.

Πως λοιπόν δημιουργούνται τα δημοτικά τραγούδια;

Ο γνωστός λαογράφος Νικόλαος Πολίτης είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικός σχετικά με το ερώτημα αυτό. Κατά την άποψη του κάθε δημοτικό τραγούδι στην αρχική του μορφή, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις, είναι προσωπική δημιουργία κάποιου προικισμένου λαϊκού καλλιτέχνη ο οποίος παράλληλα με τη στιχουργική του ικανότητα, διαθέτει ανεπτυγμένο και το μουσικό αίσθημα.

Σε μια στιγμή λοιπόν έξαρσης ο καλλιτέχνης αυτός δημιουργεί ένα τραγούδι το οποίο επενδύει με μια μελωδία είτε δικής του έμπνευσης, εφόσον διαθέτει μουσικό ταλέντο, είτε δανεισμένης από κάποιο άλλο γνωστό δημοτικό τραγούδι.

Τα υλικά σύνθεσης του νέου τραγουδιού (φόρμουλες, μέτρο, στιχουργικές μορφές, κλπ) ο πρώτος δημιουργός τα παίρνει από το "εθνικό ταμείο" των παραστάσεων, των γνώσεων και των εμπειριών.

Έτσι το νέο τραγούδι δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια ανασύνθεση γνωστών στοιχείων τα οποία διασκευάζει και εμπλουτίζει στο βαθμό που του επιτρέπουν οι πνευματικές δυνάμεις του.

Κατά τη δημόσια εκτέλεση του τραγουδιού, κάποιος από το ακροατήριο, που αισθάνεται ότι το τραγούδι εκφράζει και τα δικά του συναισθήματα, το απομνημονεύει και το επαναλαμβάνει όπως ακριβώς είναι ή κάνοντας μικρές μόνο αλλαγές.

Με τον καιρό το όνομα του πρώτου δημιουργού, ο οποίος συνέθεσε το τραγούδι όχι για την προσωπική του προβολή αλλά απλώς και μόνο για να εκφράσει τα ψυχικά του συναισθήματα, ξεχνιέται εντελώς και το τραγούδι μεταδιδόμενο από στόμα σε στόμα, αρχίζει να κυκλοφορεί ελεύθερα και γίνεται κοινό κτήμα. Και περνώντας από μια συνεχή επεξεργασία καταλήγει στην οριστική του μορφή.

Αφού λοιπόν έγινε γνωστό το πως παράγεται και διαδίδεται ένα δημοτικό τραγούδι, το άλλο πρόβλημα που χρειάζεται ν' αντιμετωπιστεί είναι ο προσδιορισμός των αρχών του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού. Υπάρχουν βέβαια μερικά τραγούδια όπως τα ιστορικά, που παρέχουν βάσιμες ενδείξεις για τον τόπο και το χρόνο δημιουργίας τους. Για τα περισσότερα τραγούδια όμως κάθε προσπάθεια χρονολόγησης τους είναι πάρα πολύ δύσκολη.

Το θέμα αυτό απασχόλησε τον πρώτο εκδότη ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, το γάλλο φιλέλληνα Κλαύδιο - Κάρολο Φωριέλ. Στις αρχές του περασμένου αιώνα ο Φωριέλ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα τραγούδια της συλλογής του ανήκουν στα τέλη του 16ου και αρχές του 17ου αιώνα.

Από την παρατήρηση ότι αρκετά δημοτικά τραγούδια βρίσκονται συγχωνευμένα σε μυθιστορήματα της υστεροβυζαντινής περιόδου, μεταθέτει τις αρχές της Ελληνικής δημοτικής ποίησης στον 11ο αιώνα και έπειτα στον 8ο αιώνα όπου για πρώτη φορά αναφέρονται οι λέξεις "τραγούδι" και "τραγουδώ" με τη σημερινή τους έννοια και καταλήγει λέγοντας ότι:

"εκείνο για το οποίο είμαι πεπεισμένος και θα ήθελα να μπορούσα ν' αποδείξω είναι ότι η δημοτική ποίηση της σύγχρονης Ελλάδας δεν δημιουργήθηκε, ούτε κατά τη σημερινή εποχή, ούτε κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη εποχή κατά την οποία θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε την αρχή της. Αλλά δεν μπορεί παρά να είναι μία συνέχεια, μία εξακολούθηση, μία αργή και βαθμιαία μεταβολή της αρχαίας ποίησης των Ελλήνων".

Η άποψη αυτή του Φωριέλ, αν και ορθή ως προς τις γενικές της αρχές, δεν μπορούσε στην εποχή του να στηριχθεί επαρκώς γιατί το αποδεικτικό υλικό που είχε στη διάθεσή του ήταν περιορισμένο. Από τις έρευνες άλλων σπουδαίων λαογράφων, όπως των Νικ. Πολίτη, Στυλ. Κυριακίδη, Γ. Μέγα, Γ. Σπυριδάκη, αποδείχθηκε ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν πολλά λαϊκά τραγούδια που συνήθιζαν να τραγουδούν στην εργασία, τις γιορτές και τις κάθε λογής λαϊκές εκδηλώσεις τους. (0 Ιμαίος, το τραγούδι των μυλωνάδων, ο αίλινος, το τραγούδι του αργαλειού, ο ίουλος, το τραγούδι του θέρου, το επιλήνιον, το τραγούδι κατά το πάτημα των σταφυλιών στο ληνόν = πατητήρι, ο βουκολιασμός, το τραγούδι των βοσκών, κλπ).

Από τα τραγούδια αυτά ελάχιστα διασώθηκαν. Επίσης ως αξιόλογα στοιχεία που αποδεικνύουν τη σχέση με την αρχαιότητα, ο Στ. Κυριακίδης θεωρεί τα εξής:

1) Τις λέξεις "τραγούδι", "παραλογή" και "καταλόγι". Η λέξη "τραγούδι" προέρχεται από τη λέξη "τραγωδία" η οποία ήδη από τον 10ο αιώνα μ.Χ. είχε λάβει τη σημασία του άσματος (τραγουδιού) ενώ η λέξη "παραλογή" ετυμολογείται πιθανότατα από την "παρακαταλογή" που δήλωνε είδος μελοδραματικής απαγγελίας. Η λέξη "καταλόγι" που σήμερα κατά περιοχές έχει διάφορες σημασίες όπως λ.χ. μοιρολόι, δίστιχο, "παροιμία", προέρχεται από την αρχαία λέξη "καταλογή" (ρήμα = καταλέγω) που σήμαινε αφήγηση, τραγούδι, μελωδική απαγγελία.

2) Τις υποθέσεις μερικών τραγουδιών των οποίων ο πυρήνας θυμίζει αρχαίους μύθους συνηθισμένους στο θέατρο. Έτσι λ.χ. το θέμα του τραγουδιού "0 γυρισμός του ξενιτεμένου" που είναι διαδεδομένο στην ποίηση των ευρωπαϊκών λαών, έχει σχέση με το επεισόδιο της αναγνώρισης του Οδυσσέα από την Πηνελόπη.

3) Τη χρησιμοποίηση του δεκαπεντασύλλαβου ιαμβικού στίχου.

Επίσης, η μελωδία των δημοτικών τραγουδιών σε πολλές περιπτώσεις παραμένει αμετάβλητη στο πέρασμα του χρόνου, παρ' όλο που τα κείμενα αλλοιώνονται ή δέχονται επιρροές.

Η σύνθεση νέων μελωδιών δεν είναι εύκολη υπόθεση και γι' αυτό ο λαός συντηρεί τις παλιές μελωδίες και τις χρησιμοποιεί σε νέα τραγούδια. Πάνω στη μελωδία λ.χ. του ριζίτικου κρητικού τραγουδιού "0 Διγενής Ψυχομαχεί κι η γης τον ετρομάσσει", τραγουδιούνται περισσότερα από πενήντα ριζίτικα τραγούδια διαφόρων εποχών.

Ωστόσο αυτό δε σημαίνει κατ' ανάγκη ότι όλες οι μελωδίες των δημοτικών τραγουδιών διατηρήθηκαν αμετάβλητες στο πέρασμα των αιώνων, ούτε ότι όλες έχουν αρχαία προέλευση. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι η ανίχνευση των αρχών της ελληνικής δημοτικής μουσικής, παρουσιάζει μεγάλες δυσκολίες και δεν μπορεί αποδειχθεί με βεβαιότητα η σχέση της με την αρχαία και βυζαντινή μουσική.

Αλλά η επιμονή με την οποία ο ελληνικός λαός διατήρησε για χιλιάδες χρόνια τη γλώσσα, τα έθιμα και τις δοξασίες του σε συνδυασμό με τις επιστημονικές, λαογραφικές μελέτες, ενισχύουν την άποψη ότι στον πυρήνα της ελληνικής δημοτικής μουσικής επιβιώνουν αρκετά στοιχεία παλαιοτέρων εποχών.

(Το κείμενο στηρίχθηκε κατά βάση στις πανεπιστημιακές παραδόσεις του καθηγητή της Μουσικολογίας κ. Γεωργίου Αμαργιανάκη στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης (Άνοιξη 1990).

 
Σολωμική ποίηση και δημοτικά τραγούδια Εκτύπωση E-mail
22-Ιουλ-2010

Ο «Υμνος εις την Ελευθερίαν», η «Αλωσις της Τριπολιτσάς» και η «Αιχμαλωσία του Κιαμίλ-μπεη»

Του Παντελη Μπουκαλα

«Το επόμενο έργο [”Ο Υμνος εις την Ελευθερίαν”] είναι ξένο προς τα δημοτικά τραγούδια της Ελλάδας. Το έγραψε τον περασμένο Μάιο ο κύριος Δ. Σoλωμός, νεότατος ποιητής, πολυμαθέστατος και προικισμένος με φαντασία ζωηρή. [...] Το προσθέσαμε στο τέλος της συλλογής του [του Κλωντ Φωριέλ] για να προσφέρουμε στον αναγνώστη τη δυνατότητα να συγκρίνει αυτή τη λαϊκή ποίηση, την τόσο ενδιαφέρουσα για τη φυσική της χάρη και πρωτοτυπία της, με την ποίηση των Ελλήνων που διαμορφώθηκε στο σχολείο των μεγάλων προτύπων της αρχαιότητας. Τη μετάφραση οφείλουμε στον κ. Stanislas Julien, γνωστό από την καλαίσθητη μετάφραση στα γαλλικά του ελληνικού ποιήματος του Κολούθου «“Ελένης αρπαγή” και της “Ελληνικής Πατριωτικής Λύρας” του Ζακυνθίου Κάλβου».

Αυτά έγραφε το 1825 ο εκδότης Firmin Didot (τα αντλώ από το βιβλίο «Ο “Υμνος εις την Ελευθερίαν” του Διονύσιου Σολωμού και οι ξενόγλωσσες μεταφράσεις του», επιμ. Κατερίνα Τικτοπούλου, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 1998), αιτιολογώντας την απόφασή του να περιλάβει στον δεύτερο τόμο των «Ελληνικών Δημοτικών Τραγουδιών» του Φωριέλ το σολωμικό ποίημα, «το αισθητικό έργο που πρώτο μετουσίωσε καλλιτεχνικά το ιστορικό γεγονός σε πνευματική κατάθεση και λογοτεχνική μαρτυρία» όπως το χαρακτηρίζει ο Π.Δ. Μαστροδημήτρης στο κείμενό του «Η άλωση της Τριπολιτσάς στον “Υμνον εις την Ελευθερίαν” του Διονύσιου Σολωμού» (βλ. το βιβλίο του «Επτανησιακά - Μελετήματα για την επτανησιακή λογοτεχνία και κριτική (1960-2005)», εκδ. «Πορεία», 2005). «Ο “ύμνος στην Ελευθερία” του Σολωμού, του δημοτικού ποιητή της νέας Ελλάδας, μεταφρασμένος από τον κ. Στανισλάς Ζουλιέν και περασμένος στο τέλος του δεύτερου τόμου των “Δημοτικών Τραγουδιών της Νέας Ελλάδας” του Φωριέλ, είχε τότε γίνει δεκτός με μεγάλη ευμένεια από το κοινό», σημειώνει ο Γεώργιος Τερτσέτης στις 9 Μαρτίου 1857, σε σύντομη νεκρολογία του για τον ποιητή στο περιοδικό Le Moniteur Grec.

Εχουμε πολλούς λόγους να πιστεύουμε ότι η απόφαση του Φερμίνου Διδότου να ταιριάξει τη δημοτική ποίηση με τους στίχους του ανθρώπου που θα γινόταν ο γενάρχης της νεοελληνικής ποίησης θα κατασυγκινούσε τον Σολωμό, λάτρη των δημοτικών τραγουδιών. «Στη Ζάκυνθο», γράφει ο Μαρίνος Σιγούρος, «ο Σολωμός καταγίνεται μελετώντας τα δημοτικά τραγούδια, τον Ερωτόκριτο, τη Βοσκοπούλα κι άλλα, και τη νύχτα συχνάζει σε διάφορες διασκεδάσεις». Αριστος γνώστης ο Ιάκωβος Πολυλάς σημειώνει στα «Προλεγόμενά» του: «Με την αυτομόρφωτη αυτή γλώσσα εσυγγένευε ο ποιητικός νους του Σολωμού, και αυτός άρχισε να τη μελετήσει, άμα επέστρεψε εις την πατρίδα του, ώστε ες ολίγο διάστημα καιρού επήρε το πνεύμα της από το στόμα του λαού και από τα εθνικά τραγούδια, τα οποία ήδη εφρόντιζε να συνάξει από τα διάφορα μέρη της Ελλάδος. Ο ενθουσιασμένος εκείνος ερευνητής των ποιητικών αριστουργημάτων της αρχαιότητας και των νεότερων έκλινε πρόθυμα το αυτί εις τα αυτοσχεδιάσματα ενός τυφλού γέροντος, οπού εζούσε εις την Ζάκυνθο με το τραγούδι· εδυνάμωνε μες στην ψυχή του νέου ποιητή το θάρρος του εις το μέλλον του έθνους, όταν ετύχαινε ν’ ακούσει από το άτεχνο στόμα του φτωχού Νικολάου στίχους γενναίους καθώς είναι οι εξής, από μιαν περιγραφή πυρκαϊάς εις τα Ιεροσόλυμα: “Ο Αγιος Τάφος του Χριστού, εκείνος δεν εκάη· / εκεί που βγαίνει τ’ Αγιο Φως άλλη φωτιά δεν πάει”».

«Χαίρομαι να παίρνονται για ξεκίνημα τα δημοτικά τραγούδια», έγραφε προς τον Γεώργιο Τερτσέτη ο Σολωμός το 1833, «θα ’θελα, όμως, όποιος μεταχειρίζεται την κλέφτικη γλώσσα, να τη μεταχειρίζεται στην ουσία της και όχι στη μορφή της». Ο ίδιος «συνεκέντρωνε τραγούδια από διάφορα μέρη της Ελλάδος», γράφει ο Εμ. Κ. Χατζηγιακουμής στο έργο του «Νεοελληνικαί πηγαί του Σολωμού - Κρητική λογοτεχνία, δημώδη μεσαιωνικά κείμενα, δημοτική ποίησις» (Αθήνα, 1968), απόδειξη δε «αποτελεί τετράδιον πλήρες δημοτικών τραγουδιών της Κύπρου, το οποίον ευρέθη μεταξύ των χειρογράφων του ποιητού». Ο Χατζηγιακουμής μνημονεύει επίσης τη «μαρτυρία του Ιταλού ποιητή Regaldi, καθ’ ην ούτος, ταξιδεύων εις Ηπειρον, έχει ήδη εις χείρας του Μανούσου αντίτυπον της συλλογής του Fauriel πλήρες ιδιογράφων σημειώσεων του Σολωμού. Το αντίτυπον τούτο απωλέσθη και παρά τας έρευνας του καθηγητού Ν.Β. Τωμαδάκη, δεν ανευρέθη, ουδέ έχομεν περί τούτου ετέραν μαρτυρίαν. Ωστε, αν και υπό των περισσοτέρων μελετητών η πληροφορία του Regaldi γίνεται αποδεκτή, εν τούτοις επιβάλλεται κάποια επιφύλαξις».

Ισως -τίποτε δεν απαγορεύει εδώ την υπόθεση- κάποιες από τις «ιδιόγραφες σημειώσεις» του Σολωμού να βρίσκονταν πάνω στις σελίδες της συλλογής του Φωριέλ με τα δύο δημοτικά ποιήματα που αφορούν την άλωση της Τριπολιτσάς, και τα οποία δεν είναι απίθανο να τα είχε ακούσει ο Σολωμός πριν τα διαβάσει τυπωμένα. «Αυτά τα δυο τραγούδια αποτελούν στο μοναδικό αντίγραφο που ήρθε στα χέρια μου μιαν ενιαία σύνθεση», γράφει στο μικρό εισαγωγικό του ο Φωριέλ (βλ. την έκδοση του Πανεπιστημίου της Κρήτης, με επιμέλεια του Αλέξη Πολίτη): «Κρίνοντας από τη διάθεση του ποιητή, ο κύριος σκοπός της σύνθεσης είναι να θρηνήσει τη δυστυχία και την αιχμαλωσία του Κιαμίλ-μπεη, που τον συνέλαβαν στην Τριπολιτσά οι επαναστατημένοι Ελληνες του Μοριά, το 1821. [...] Το πρώτο [τραγούδι] είναι μια αρκετά ζωηρή εικόνα των σπουδαιότερων περιστατικών της πολιορκίας της Τριπολιτσάς. [...] Το άλλο κομμάτι μπορεί να θεωρηθεί σαν θρήνος ή ελεγεία για τις συμφορές των Τούρκων του Μοριά γενικώς, και του Κιαμίλ-μπεη ειδικά, κατά το πρώτο έτος της ελληνικής επανάστασης. Οι στίχοι έχουν χάρη, και το ύφος είναι πολύ παθητικό: ένας βουνίσιος Ελληνας δεν θα ήταν τόσο ευαίσθητος στις ατυχίες των δεσποτών του. Εκτός από αυτό όμως, τίποτε άλλο δεν εμποδίζει το τραγούδι να είναι λαϊκό: οι νικητές τραγουδούν ευχαρίστως τις δυστυχίες των νικημένων».

«Ηταν ημέρα βροχερή και νύχτα χιονισμένη / όταν για την Τριπολιτσάν κίνησεν ο Κιαμίλης» ακούμε στο πρώτο τραγούδι, την «Αλωση της Τριπολιτσάς». «Στον ερχομόν του κι οι Γραικοί επλάκωσαν το κάστρον· / τους Τούρκους έκλεισαν στενά, βαρεά τους πολεμούσαν. [...] “Τώρα να ιδείτε”, φώναξε τότ’ ο Κολοκοτρώνης, / “να ιδείτε ελληνικά σπαθιά και κλέφτικα τουφέκια”, / πώς πολεμούν οι Ελληνες, πώς πελεκούν τους Τούρκους». Δεν είναι εδώ σαν ν’ ακούμε, μαζί με τον Σολωμό, «ξύλα και πελέκια»;

Και πάλι φώναξε ο Κολοκοτρώνης: «Μολάτε τα τουφέκια σας, και βγάλτε τα σπαθιά σας, / βάλετε την Τουρκιάν εμπρός, σαν πρόβατα στην μάνδραν». Δεν είναι εδώ σαν να βλέπουμε «χάμου [να] πέφτουνε κομμένα / χέρια, πόδια, κεφαλές, / και παλάσκες και σπαθία / με ολοσκόρπιστα μυαλά, / και με ολόσχιστα κρανία, / σωθικά λαχταριστά;»

«Τους πήγαν και τους έκλεισαν εις την μεγάλην τάμπιαν», συνεχίζει το δημοτικό· «απελογάτ’ ο Κεχαϊάς προς τον Κολοκοτρώνην· “Κάμε ισνάφι στην Τουρκιά, κόψε, πλην άφ’σε κιόλας». Πόσο μακριά βρισκόμαστε από το «Ω! φθάνει, / φθάνει· έως πότε οι σκοτωμοί»;

Ο Κολοκοτρώνης του δημοτικού, ο Κολοκοτρώνης των «Απομνημονευμάτων» και ο Σολωμός του «Υμνου» ερμηνεύουν με τον ίδιο τρόπο το «πελέκημα», τον «σκληρόψυχο τον τρόπο του πολέμου»: με τη μνήμη των νεκρών. Στα «Απομνημονεύματά» του ο Γέρος του Μοριά «επαρηγορήθηκε και διά τον σκοτωμόν των Τούρκων», ενθυμούμενος «πόσοι από το σόγι του και από το έθνος του εκρεμάσθησαν». Στο δημοτικό, ο αρχικαπετάνιος απαντά στον Κεχαγιά, υπαρχηγό του Χουρσίτ πασά που για να υποτάξει της επανάσταση είχε μακελέψει τη Βοστίτσα:  «Τι φλυαρείς παλαιό-Τουρκε, τι λες παλαιομουρτάτη; / Ισνάφι έκαμες εσύ εις την πικρήν Βοστίτσαν, / όπ’ έσφαξες τ’ αδέρφια μας και όλους τους δικούς μας;» Και στον «Υμνο», στις στροφές που όπως έχει υποδείξει ο Ν.Β. Τωμαδάκης συγγενεύουν με την ομηρική «Νέκυια», την εντολή της εκδίκησης και του θανάτου είναι σαν να τη δίνει η «εντάφια συντροφιά», «ίσκιοι / αναρίθμητοι γυμνοί, / κόρες, γέροντες, νεανίσκοι, / βρέφη ακόμη εις το βυζί», «όσοι είν’ άδικα σφαγμένοι / από τούρκικην οργή». Μ’ αυτά στο νου γράφει ο Σπυρίδων Τρικούπης: «Πόσον προσφυής είναι ο τρόπος, με τον οποίον ο ποιητής επιχειρίζεται να δικαιολογήση την τόσην σφαγήν εκείνης της τρομερής ημέρας! Υποθέτει ότι αναρίθμητοι ίσκιοι των αδικοφονευμένων Ελλήνων αναίβαιναν από τα σπλάγχνα εις το πρόσωπον της γης, οι οποίοι χορεύοντες μέσ’ τα πηκτά αίματα, βρυχίζοντες βραχνά, και μανίζοντες εις το πλάγι των Ελλήνων έγγιζαν τα στήθη των πολεμιστών· αυτό το έγγισμα έδιωχνεν από την ελληνικήν καρδίαν κάθε αίσθημα λύπης, και κατ’ αυτόν τον τρόπον “...αυξάνει του πολέμου / ο χορός τρομαχτικά”».

Στο δεύτερο δημοτικό, η άλωση έχει συντελεστεί («πήραν τα κάστρα, πήραν τα, πήραν και τα δερβένια») και ο ανώνυμος ποιητής, ο δήμος, δεξιώνεται και αναδεικνύει τον πόνο των εχθρών: «Κλαίουν στους δρόμους Τούρκισσες, πολλές εμιροπούλες [...] Κλαίουν τ’ αχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά γι’ αγάδες, / κλαίει και η Κιαμίλαινα τον δόλιον της τον άντρα». Και μόνη αυτή η δεξίωση, που όσο ξέρω έχει επαναληφθεί σε κρητικό μοιρολόγι για Γερμανούς σκοτωμένους, αρκεί για να καταδείξει το ύψος της δημοτικής ποίησης, ύψος που ο Σολωμός το θεώρησε χωρίς να ζαλιστεί.

kathimerini.gr 

 
Η δημοτική ποίηση στα χρόνια της σκλαβιάς Εκτύπωση E-mail
22-Ιουλ-2010

Η λαική ποίηση συντρόφεψε τους έλληνες, στα μαύρα χρόνια των τεσσάρων αιώνων σκλαβιάς.

Για πολλούς αιώνες το παρακάτω τραγούδι, ηχούσε το παράπονο αλλά και εξέφραζε την ελπίδα των ραγιάδων. Σώπασε κυρά Δέσποινα ….

Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει και η Αγιά Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι
με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες,
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.

Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο Πατριάρχης
κι απ' την πολλή την ψαλμουδιά, εσειόνταν οι κολώνες.
Να μπούνε στο χερουβικό και να 'βγη ο βασιλέας,
φωνή τους ήρθε εξ' ουρανού κι απ' Αρχαγγέλου στόμα.

Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ' άγια,
παπάδες πάρτε τα ιερά και 'σεις κεριά σβηστείτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψη.

Μον' στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να 'ρθουνε τρία καράβια
το 'να να πάρει το σταυρό και τ' άλλο το βαγγέλιο,
το τρίτο το καλύτερο την ΄Αγια Τράπεζά μας
μη μας την πάρουν τα σκυλιά, μη μας την μαγαρίσουν.

Η Δέσποινα ταράχθηκε κι εδάκρυσαν οι εικόνες
"Σώπασε κυρά Δέσποινα και μη πολυδακρύζεις
πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας θα 'ναι".

Ακούγοντας το ακόμα και τώρα, σε διαπερνάει ένα ρίγος, φανταστείτε τι συναισθήματα θα προκαλούσε στους σκλαβωμένους.

Και το πάθος για λευτεριά δεν σβήνει, γιατί .... Εγώ ραγιάς δεν γίνομαι

Μάνα μου εγώ δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης,
να κάμω αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν,
και να ‘μαι σκλάβος των Τουρκών, κοπέλι στους γερόντους.
Φέρε μου τ’ αλαφρό σπαθί και το βαρύ ντουφέκι,
να πεταχτώ σαν το πουλί ψηλά στα κορφοβούνια.
Εγώ ραγιάς δε γίνομαι, Τούρκους δεν προσκυνάω.

Μάγεψαν τους Έλληνες οι επώνυμοι αντρειωμένοι, τους φανταζόντουσαν υπερφυσικούς, η λαχτάρα τους άφηνε την φαντασία τους να τους ανεβάζει στα ουράνια... Καβάλα παν στην εκκλησιά, δεν μπορεί να πατάνε στην γη οι Κολοκοτρωναίοι...

Λάμπει ο ήλιος στα βουνά
Λάμπει και το φεγγάρι
Ν’ έτσι λάμπει κι η Κλεφτουριά
Οι Κολοκοτρωναίοι
Πο’ χούν τ’ ασήμια τα πολλά,
Τις ασημένιες μάσκες
Ποτές δεν καταδέχονται
πεζοί να περπατήσουν
Καβάλα παν στην εκκλησιά
καβάλα προσκυνούνε
καβάλα παίρν’ τ’ αντίδερο
απ’ του παπά το χέρι.
Ρίχνουν φλουριά στην Παναγιά
φλωριά και στους αγίους 
και στον αφέντη τον Χριστό
τις ασημένιες πάλες
Κι ό Θοδωράκης μίλησε, 
κι ο Θοδωράκης λέει:
"Χριστέ μας, 'βλόγα τα σπαθιά, 
'βλόγα μας και τα χέρια".

Και όταν ήρθε η ώρα οι γυναίκες έγιναν άνδρες, από την Μάνη έως το Σούλι, η Ελληνίδα πολεμάει σαν ίσως, δείτε την Δέσπω.

Αχός βαρύς ακούεται, πολλά τουφέκια πέφτουν.
Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι;
Ουδέ σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι,
η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια.
Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο.
- Γιώργαινα ρίξε τ’ άρματα, δεν είν’ εδώ το Σούλι.
Εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων.
- Το Σούλι κι’ αν προσκύνησε, κι’ αν τούρκεψεν η Κιάφα,
η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκαμε, δεν κάνει.
Δαυλί στο χέριν άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει.
“Σκλάβες Τουρκών μη ζήσουμε, παιδιά μ’, μαζί μου ελάτε”.
Και τα φυσέκια ανάψανε, κι’ όλοι φωτιά γενήκαν.

Το μικρό αφιέρωμα μου, δεν είναι ικανό να δείξει σε όλη την έκταση, την ομορφιά της δημοτικής ποίησης, της ανεπιτήδευτης.

Χρόνια μας Πολλά

www.acrobase.gr 

 
JPAGE_CURRENT_OF_TOTAL

Σύνολο τραγουδιών

  • Μέχρι στιγμής έχουμε 1203 τραγούδια.
Module by Spiral

Προτείνουμε:


Icons Painter
Canada - Street Names with Street View
Australia - Street Names with Street View
United States - 2.600.000 Geographic Names with maps
United Kingdom - More than 850.000 Street Maps with Street View
United States - Street Names with Street View
Geographical Names Maps in Canada
Geographical Names Maps in Australia
Smartphones How-Tos