Άσπρη κατάσπρη ζαμπακιά

Άσπρη κατάσπρη ζαμπακιά που είχα ’ς την αυλή μου,
την εσκάλιζα, την’ επότιζα, ν’ είχα χαρά μεγάλη,
την έθρεφα τη ζάχαρη, τημ πότιζα το μόσκο,
κι ήρθε ξένος κ’ αλλόξενος, ήρθε και μου τημ πήρε.

Παραλλαγή του πωγωνίσιου «ΑΣΠΡΗ ΚΑΤΑΣΠΡΗ ΒΑΜΒΑΚΙΑ» από τη συλλογή του ΧΑΣΙΩΤΗ.