Ερωτόκριτος (Η συνάντηση)

Ήρθεν η ώρα κι ο καιρός κι η μέρα ξημερώνει
να φανερώσει ο ερώτοκριτος το πρόσωπο που χώνει.
Εφάνη ολόχαρη η αυγή και τη δροσούλα ρίχνει,
σημάδι τση ξεφάντωσης κείνη την ώρα δείχνει.

Χορτάρια εβγήκασι εις τη γη, τα δεντρουλάκια ανθίσα
κι απ’ τς’ αγκάλες τ’ ουρανού γλυκύς βορράς εφύσα.
Τα περιγιάλια ελάμπασι κι η θάλασσα εκοιμάτο,
γλυκύς σκοπός εις τα δεντρά κι εις τα νερά εγροικάτο.

Γελούν τση χώρας τα στενά κι οι στράτες καμαρώνου,
όλα γροικούν κουρφές χαρές κι όλα τση φανερώνου
και μες στη σκοτεινή φλακή όπου ‘το η Αρετούσα
εμπήκα δυο όμορφα πουλιά κι εγλυκοκελαδούσα.