Το καραβάκι

Το καραβάκι, σανταλένια μ’ άιντε
το καραβάκι που ’ρχεται
από μέσ’ από τη Πόλη
κλαίει η καρδιά μ’ και δε μερώνει.
.
Μέσα είναι κι ο -,σανταλένια μ’ άιντε
μέσα είναι κι ο αφέντης μου
μέσα είναι κι ο καλός μου
τα ματάκια και το φως μου.
.
Νερό του έχω σανταλένια μ’ άιντε
νερό του έχω να λουστεί
και πουκάμισα ν’ αλλάξει
στο λιμάνι σαν θα ’ράξει.
.
Έχει πανιά με-, χάνομαι για σένα έχει πανιά μεταξωτά
ωχ, και πράσινες κορδέλες σαν τις Σμιτιανές κοπέλες